Αντάρα και καταχνιά συνάμα

γεμίσανέ μου τους ορίζοντες

 

φωνές, να ξεδιαλύνω που δεν μπορώ

και κρίματα τριγύρα στο λαιμό μου

 

ζώστηκε η θάλασσα αρματωσιά

και φέγγει στου ήλιου τ’ αντάμωμα

 

κι ο ουρανός αναποφάσιστος απόμεινε

να γκρεμιστεί, για να κόψει τις φλέβες του…?

Περπατούσα. Περπατούσα στη βροχή. Κοιτούσα κάτω. Τα πλακάκια, την άσφαλτο, το χώμα στα παρτέρια του δήμου, τις γόπες από μισοτελειωμένα τσιγάρα, τις μικρές λακούβες, γεμάτες νερό που καθρέφτιζαν τον ουρανό, τις πολυκατοικίες, τους ανθρώπους με τις πολύχρωμες ομπρέλες τους. Τα πράσινα παπούτσια μου χόρευαν προσπαθώντας να τις αποφύγουν. Αν έχω μάθει κάτι στη ζωή είναι πως οι καθρέφτες κρύβουν πολλές παγίδες. Ειδικά αν φοράς πάνινα παπούτσια στη βροχή. Ατέλειωτο πηγαινέλα ο κόσμος, τα αυτοκίνητα, η ζωή ολάκερη. Προσπαθούσα να μην σκέφτομαι τίποτα, αλλά δεν μπορούσα. Οι σκέψεις ορμούσαν στο μυαλό μου όπως το φως χώνεται σε σκοτεινά δωμάτια από τις χαραμάδες στα παράθυρα. Εκεί που δεν μπαίνει φως δεν υπάρχει και ζωή, ή τελοσπάντων υπάρχει κάτι που απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ζωή. Έτσι είναι και με τα μυαλά. Έχω γνωρίσει μερικά τέτοια μυαλά στη ζωή μου. Αεροστεγή. Δεν θα έλεγα ότι εξεπλάγην. Αλλά προσπαθώ να μην συναναστρέφομαι τους ανθρώπους που τα κουβαλούν. Για την ακρίβεια, δεν θέλω ούτε την καλημέρα μου να σπαταλώ σε αυτούς. Έχει ακριβύνει πολύ κι αυτή. Όταν είσαι μικρός είναι όλα λίγο πολύ τζάμπα. Σε παίρνει να το ρίξεις και λίγο έξω. Λίγο πριν καβατζάρεις τα τριάντα όμως, κι έχοντας φάει τη ζωή σου να γνωρίζεις ανθρώπους καταλαβαίνεις πως δεν σε παίρνει άλλο. Ζυγίζεις διαφορετικά ποιον θα συναναστραφείς, ποιανού το χέρι θα σφίξεις, ποιον θα χαιρετήσεις, με ποιον θα πιεις τον καφέ και το ποτό σου, σε ποια τρύπα θα βάλεις το πουλί σου. Όλα έχουν άλλη αξία. Οι μέρες εξακολουθούν να έχουν εικοσιτέσσερεις ώρες όπως πάντα, και πρέπει πλέον να τις ξοδεύεις σοφά. Και πρέπει να βρίσκεις και τον χρόνο να ρίχνεις και καμιά ματιά μέσα σου. Πίσω από τον καθρέφτη. Εκεί που δεν πιάνει φως. Στα ανήλιαγα. Γιατί θα έρθει η μέρα που δεν θα αναγνωρίζεις τον άνθρωπο στον καθρέφτη σου…

Η βροχή δυνάμωσε. Σφήνωσα τα ακουστικά στα αυτιά μου, φόρεσα την κουκούλα του μπουφάν, και πάτησα το play. Κι ο κόσμος εξαχνώθηκε, έσβησε, χάθηκε. Κι έμεινε μόνο η μουσική. Και το μέσα μου που σπαρταρούσε σαν ψάρι έξω απ’ το νερό…

Η σκακιέρα

 

 

 

 

*

 

Ο στρατιώτης

 

Άπλωσε το χέρι του στον αγέρα, και άσπρες νιφάδες στριφογύρισαν στις άκρες των δακτύλων του. Κοίταξε κατάματα τον ήλιο που χάνουνταν πίσω απ’ τους βουβούς πέτρινους όγκους στο βάθος της κοιλάδας. Το σκοτάδι ήδη έπεφτε σιωπηρό στο δάσος πίσω του. Δεν προλάβαινε… Όχι σήμερα… Χτένισε την περιοχή με το βλέμμα του. Στο βάθος, πίσω από μεγάλα χωράφια, μια μέρα δρόμο μακριά, ξεχώριζαν τα τείχη της πόλης, κι από πάνω τους υψώνονταν η σκοτεινή σκιά του κάστρου. Χαμηλά, κοντά στον δρόμο, καπνός ξεχύνονταν βιαστικά από το άνοιγμα μιας καμινάδας. Δεν είχε άλλη επιλογή. Είχε φτάσει πολύ κοντά πια. Δεν έπρεπε να κινήσει υποψίες. Έφερε τα χέρια του κοντά στο πρόσωπό του, τα έτριψε δυνατά και κατηφόρισε με σταθερά, νωχελικά βήματα προς το πανδοχείο.

 

Η πόρτα έτριξε παραπονεμένα καθώς την έσπρωχνε. Η νύχτα πίσω του είχε καλύψει τον ορίζοντα και το χιόνι έπεφτε πιο βαριά. Κουρασμένα βλέμματα από όλες τις γωνιές πλανήθηκαν πάνω του φευγαλέα. Φορούσε ένα μαύρο, μάλλινο μανδύα, με φαρδιά κουκούλα. Ξεχώριζε μόνο το κάτω μέρος του προσώπου του, το στόμα του και το μυτερό, σχεδόν σκελετωμένο σαγόνι του. Στην αριστερή μεριά φαινόταν η άκρη μιας ουλής που χανότανε στο σκοτάδι κάτω από την κουκούλα του. Ένας σάκος από χοντρό καραβόπανο ήταν ριγμένος στο πλευρό του, περασμένος με ένα λουρί από τον ώμο του. Έριξε το βλέμμα του πάνω στα μεθυσμένα και πληγωμένα πρόσωπα γύρω του και κατευθύνθηκε σε ένα άδειο τραπέζι, στη γωνία δίπλα στο τζάκι. Τα βλέμματα των θαμώνων αποστράφηκαν, αφήνοντάς τον μόνο. Έκατσε με την πλάτη στον τοίχο, δίπλα σε ένα παράθυρο που έβλεπε στον έρημο και σκοτεινό πια δρόμο. Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει. Μέχρι το πρωί θα έχει καλύψει τα πάντα, σκέφτηκε. Ήρθε η σερβιτόρα. Παρήγγειλε μπύρα και ένα πιάτο αχνιστή σούπα. Είχε μέρες να φάει μαγειρεμένο φαΐ. Και αν κάτι πήγαινε στραβά αύριο, δεν θα ξαναέτρωγε…  Έτρωγε με τις αισθήσεις του σε επιφυλακή, σαν άγριο θηρίο. Με το χέρι του έσφιγγε το στιλέτο που είχε κρυμμένο στη ζώνη του. Με τα μάτια του καλυμμένα από τον μανδύα του, χτένιζε την μισοσκότεινη αίθουσα. Τα έκλεινε στιγμιαία και προσπαθούσε να απομονώσει τις κουβέντες που πλέκανε ένα πέπλο γύρω του. Στο τραπέζι μπροστά του δυο έμποροι. Δεξιά του ένας αγρότης έτρωγε μόνος του. Στην άλλη άκρη του δωματίου μια παρέα στρατιώτες φωνάζανε, πίνανε και τραγουδούσανε. Στην απέναντι γωνία δυο μοναχοί προσεύχονταν αμίλητοι, πίνοντας κόκκινο κρασί. Κανένας δεν ασχολιότανε μαζί του, κανένας δεν τον κοιτούσε. Ήταν ένας απλός ταξιδιώτης και τίποτε άλλο. Τέλειωσε το γεύμα του και παρήγγειλε άλλη μια μπύρα. Οι στρατιώτες συνέχιζαν τα τραγούδια, οι έμποροι, χαμογελαστοί πια, από τη συμφωνία που έκλεισαν, πίνανε τσουγκρίζοντας δυνατά τα ποτήρια τους. Οι μοναχοί κουβέντιαζαν χαμηλόφωνα κοιτάζοντας ένα χάρτη και ο αγρότης είχε αποκοιμηθεί πάνω στο τραπέζι του ροχαλίζοντας δυνατά. Άνοιξε το σάκο του προσεχτικά και έβγαλε ένα μικρό ξύλινο κουτί, δεμένο με ένα κομμάτι σχοινί. Ήταν φτιαγμένο από δυο είδη ξύλου, το ένα πιο σκουρόχρωμο από το άλλο. Τα κομμάτια των δύο ξύλων σχημάτιζαν τετράγωνα σε όλη την εξωτερική επιφάνεια του κουτιού. Το άνοιξε και έβγαλε από μέσα μια χούφτα μικρά, σκαλιστά κομμάτια, φτιαγμένα από τα ίδια είδη ξύλου. Το κουτί είχε μεταμορφωθεί τώρα πάνω στο τραπέζι σε μια μικροσκοπική σκακιέρα. Το έβαλε μπροστά του και έστησε τα κομμάτια. Ξεκίνησε μια βουβή παρτίδα. Μετακινούσε εναλλάξ τα άσπρα και τα μαύρα κομμάτια. Κανένας δεν τον κοιτούσε. Κανένας δεν μπορούσε να δει τα μάτια του να σπιθίζουν από την ένταση, κάτω από τον βαρύ, μαύρο μανδύα. Συνέχιζε για μερικά λεπτά να μετακινεί τα κομμάτια, βουβά, πάνω στην μικρή σκακιέρα. Και ξαφνικά σταμάτησε. Σήκωσε το βλέμμα του. Όλα γύρω του σταμάτησαν, έμειναν μετέωρα. Οι φωνές και τα τραγούδια γίνανε ένας βόμβος στα αυτιά του. Όλα φαίνονταν να είναι τόσο απόμακρα. Τόσο ξένα. Ήταν σαν να μην υπήρχε, σαν να ήταν αόρατος. Σαν να ήταν σκαρφαλωμένος σε ένα σύννεφο, μόνος, στην αγκαλιά του απέραντου ουρανού… Ένα ζεστό κύμα τον κυρίευσε. Γύρισε το βλέμμα του στη μικρή σκακιέρα, και κοίταξε ένα λευκό πιόνι στο κέντρο της. Ύστερα το έπιασε και το έσπρωξε μπροστά, ψιθυρίζοντας, «…στρατιώτης δ4 στο δ5. Ρουά, ματ…»

 

*

 

Ο ίππος

 

Το άσπρο άλογο κάλπαζε φρενιασμένα ανάμεσα από τους σκεπασμένους με χιόνι λόφους. Ο καβαλάρης το σπιρούνιζε αγριεμένα και το πίεζε να τρέξει όλο και πιο γρήγορα. Οι οπλές του ζώου σημάδευαν το φρέσκο χιόνι, την ώρα που ο ήλιος ξεπρόβαλε μέσα από το άγριο δάσος. Σε λίγο οι δρόμοι θα γέμιζαν με ταξιδιώτες και αγροτικά κάρα, δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο… Ο καβαλάρης έριξε μια φευγαλέα ματιά στο βάθος της κοιλάδας, εκεί που το φως του ήλιου άρχιζε να φωτίζει τα ψηλά πέτρινα τείχη της πόλης, και το κάστρο που ξεχώριζε, ακόμα και από τόσο μακριά. Υπολόγισε πως μέχρι το μεσημέρι θα τα κατάφερνε να φτάσει, αν και δεν ήταν σίγουρος ότι το άλογο του θα άντεχε. Ξεκίνησαν δυο ώρες πριν χαράξει, κάτω από το φως του, σχεδόν γεμάτου, φεγγαριού - σήμερα ήταν η πανσέληνος - και τώρα που ο ήλιος ξεπρόβαλε δειλά δειλά, έπρεπε να βιαστούν. Το μήνυμα που μετέφεραν δεν μπορούσε να περιμένει. Το ήξερε πως η αποστολή του ήταν πολύ σημαντική. Πως έπρεπε να την προστατέψει με την ίδια του τη ζωή. Ναι, αυτές ήταν οι λέξεις που είχε χρησιμοποιήσει «εκείνος»… Κάλπαζε για τρεις ολόκληρες μέρες. Ξεκουραζότανε ελάχιστα, πιο πολύ για το άλογό του. Δεν μπορούσε όμως να κοιμηθεί. Τρεις μέρες τώρα, άυπνος. Στριφογυρνούσανε τόσα πράγματα στο μυαλό του. Προσπαθούσε να συλλάβει το σχέδιο στο οποίο συμμετείχε. Στο οποίο τον είχαν μπλέξει δυνάμεις μεγαλύτερες από εκείνον, και πρόσωπα πολύ ισχυρότερα. Πρόσωπα που είχε ορκιστεί ότι θα υπηρετεί, με την ίδια του την ζωή. Το έμβλημα στην κόκκινη στολή που φορούσε κάτω από τον γκρίζο μανδύα του, το ίδιο έμβλημα που ήταν χαραγμένο στην λαβή του ξίφους του, αυτό υποδήλωνε. Πως ήταν ιππότης του βασιλιά, και είχε ορκιστεί πίστη και αφοσίωση στον ίδιο και στη χώρα του.

 

Πέρασε τις βαριές πύλες την ώρα που οι καμπάνες σήμαιναν μεσημέρι. Τα είχε καταφέρει. Σύντομα θα παρέδιδε το μήνυμα, η αποστολή του θα τελείωνε με επιτυχία. Και μετά…? Δεν ήξερε. Αυτήν την στιγμή δεν τον ένοιαζε. Πίστευε πάντως πως ο ρόλος του δεν θα τελείωνε σε αυτήν την πράξη. Κατευθύνθηκε προς το κάστρο, μέσα από ένα λαβύρινθο από δρόμους γεμάτους κόσμο, πάγκους πλανόδιων πωλητών και αυτοσχέδιες σκηνές όπου παλιάτσοι και ταχυδακτυλουργοί δίνανε παραστάσεις. Δεν άργησε να φτάσει μπροστά σε μια γέφυρα που ένωνε τις δυο όχθες μιας τάφρου, γεμάτης με πίσσα, βρώμικα νερά και ακαθαρσίες. Έδειξε στους φρουρούς ένα χρυσό δαχτυλίδι με το θυρεό του βασιλείου και εκείνοι με μια υπόκλιση τον άφησαν να περάσει. Λίγα λεπτά αργότερα περπατούσε σε ένα φαρδύ διάδρομο. Τον οδηγούσαν να συναντήσει τον ίδιο τον βασιλιά. Για αυτόν ήταν το μήνυμα που μετέφερε. Όσο όμως περπατούσε κάτω από τις βαριές σκιές των πέτρινων τοίχων, μια σκέψη, μια σκέψη γεμάτη αμφιβολίες τον πλημμύρισε. Είχε την αδιόρατη αίσθηση ότι παραδίδοντας αυτό το μήνυμα, δεν βοηθούσε τον βασιλιά του. Το αντίθετο μάλιστα. Γύρω του ένιωθε να πλανάται μια αίσθηση κινδύνου. Μια αίσθηση προδοσίας…

 

*

 

Ο επίσκοπος

 

Κοίταζε σκεφτικός μέσα από το τζάμι, την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, που απλωνόταν κάτω από τα πόδια του. Έπινε αργά το τσάι του. Το ζεστό ρόφημα τον αναζωογονούσε. Είχε καιρό τώρα που δεν αισθανότανε καλά. Ένιωθε πως ο Θεός, που τόσο πιστά είχε υπηρετήσει, σχεδόν όλη του τη ζωή, τον καλούσε κοντά του. Ένιωθε το τέλος του να πλησιάζει. Είχε όμως ακόμα αρκετά να κάνει. Η αρρώστια που σιγά σιγά τον έτρωγε και τον άφηνε κάθε μέρα και πιο αδύναμο δεν είχε καταφέρει να σβήσει την απόκοσμη λάμψη που έκαιγε μέσα στα μάτια του. Θα άφηνε σύντομα αυτήν την επίγεια ζωή, αυτόν τον θνητό κόσμο, το ήξερε. Όμως θα προλάβαινε να ολοκληρώσει αυτό που είχε στο μυαλό του πολύ καιρό τώρα, σαν ανταμοιβή σε αυτόν τον Θεό που τον προστάτευε και τον βοηθούσε σε όλη του τη ζωή. Σε αυτή την ζωή που ο ίδιος Του είχε προσφέρει. Θα έκανε κάτι για να κερδίσει την θέση του στον Παράδεισο. Και την θέση του στην Ιστορία…

 

Έριξε μια ματιά στην επιστολή που περίμενε υπομονετικά να στεγνώσει το μελάνι της πάνω στο γραφείο του. Μετά κοίταξε πάλι τον ορίζοντα και χαμογέλασε. Το σχέδιό του ήταν οργανωμένο τέλεια. Αλλά υπήρχε πάντα η πιθανότητα να πάει κάτι στραβά. Όχι. Δεν ήθελε να σκέφτεται την αποτυχία. Δεν υπήρχε περιθώριο αποτυχίας. Η δική του η ζωή θα τελείωνε σύντομα, υπήρχαν άλλες όμως που η μοίρα τους κρέμονταν από μια κλωστή. Από αυτό το σχέδιο… Όχι, δεν μπορούσε να αποτύχει. Δεν ήθελε να αποτύχει. Ήταν και η δικιά του ευκαιρία να εξιλεωθεί για τις αμαρτίες του… Ναι, ήταν καλό να κάνει θετικές σκέψεις. Γύρισε στο γραφείο του, τύλιξε την επιστολή και την σφράγισε. Φώναξε τον υπηρέτη του. Του ζήτησε να στείλουν τον αγγελιοφόρο στο γραφείο του. Τον αγγελιοφόρο που ο ίδιος είχε διαλέξει για αυτήν την αποστολή. Πήγε πάλι κοντά στο παράθυρο. Έξω άρχισε να χιονίζει. Κοίταξε το τυλιγμένο κομμάτι χαρτί στο χέρι του. Η ώρα είχε έρθει. Τώρα δεν υπήρχε γυρισμός για κανέναν. Τα κομμάτια είχαν στηθεί, έτοιμα για την παρτίδα. Τα γρανάζια είχαν μπει σε κίνηση…

 

*

 

Ο βασιλιάς

 

Βημάτιζε σκεφτικός πάνω κάτω στο δωμάτιο. Είχε διώξει τους συμβούλους και τους υπασπιστές του. Ήθελε να μείνει μόνος. Τα νέα που του έφερε ο αγγελιοφόρος τον είχανε αναστατώσει. Σταμάτησε μπροστά στη σειρά με τα μεγάλα παράθυρα που βλέπανε στην πίσω μεριά του κάστρου και ξαναδιάβασε το γράμμα του επισκόπου. Η ζωή του τελικά διέτρεχε μεγαλύτερο κίνδυνο από όσο πίστευε. Και όχι μόνο η δικιά του. Τώρα ξαφνικά όλα ταιριάζανε. Όσα πίστευε πως ήτανε απλές συμπτώσεις… Ο άγνωστος που πριν από μερικές μέρες εισέβαλε στο κάστρο και τραυμάτισε δυο φρουρούς, το δηλητηριασμένο φαγητό και η εξαφάνιση του βοηθού του μάγειρα, οι δύο υπερβολικά γεροδεμένοι μοναχοί, που εμφανίστηκαν από το πουθενά πριν χαθούν τα ίχνη τους μετά τον καυγά σε μια ταβέρνα της πόλης… Και τώρα η είδηση της δηλητηρίασης του επισκόπου και η επιδείνωση της υγείας του. Όλα συνηγορούσαν σε ένα πράγμα. Κάποιος προσπαθούσε να τον εξοντώσει. Κάποιος ήθελε τον θρόνο του. Και ήταν αδίστακτος. Όλα αυτά τα περιστατικά που τον είχαν φοβίσει τόσο πολύ τις προηγούμενες μέρες ήταν απλές προειδοποιήσεις. Κάποιος προετοίμαζε ένα καίριο χτύπημα εναντίον του. Και κινδύνευαν μαζί με αυτόν και οι άνθρωποι που ήταν δίπλα του. Που τον στήριζαν. Η δηλητηρίαση του επισκόπου το αποδείκνυε. Κι αυτός περίμενε, σαν ποντικός στην φάκα, κλεισμένος μέσα στο κάστρο του, αβοήθητος, το τελειωτικό χτύπημα… Αυτός ο άφοβος μαχητής, που η ανδρεία του ήταν χιλιοτραγουδισμένη απ’ άκρη σ’ άκρη στο βασίλειό του, φοβόταν τώρα ακόμα και τη σκιά του… Είχε ένα μήνα να βγει από το κάστρο του. Δεν πήγαινε πουθενά χωρίς την φρουρά του, έξι διαλεγμένους άντρες, τους καλύτερους ιππότες που είχε στο βασίλειό του. Κοιμόταν μόνος, χωριστά από την γυναίκα του, δεν εμπιστευότανε κανέναν… Τώρα όμως έπρεπε να βγει από το καβούκι του. Το γράμμα του επισκόπου ήταν ξεκάθαρο. Έπρεπε να πάει να τον βρει. Εκείνος ήταν πολύ άρρωστος, και αυτά που είχε να του πει δεν μπορούσαν να περιμένουν. Κι έπρεπε να βιαστεί. Αλλιώς μπορεί να ήταν πολύ αργά… Για όλους…

 

Ανέβηκε στο άλογό του, αγέρωχος όπως τότε που οδηγούσε τον στρατό του στην μάχη. Γύρω του οι έξι πάνοπλοι σωματοφύλακές του τον κοίταζαν με δέος. Ήταν ο βασιλιάς τους, είχαν ορκιστεί να τον υπηρετούν. Θα έδιναν και την ζωή τους για αυτόν. Και τώρα έπρεπε να τον συνοδεύσουν σε ένα ταξίδι που έμοιαζε αβέβαιο και επικίνδυνο. Ο βασιλιάς πήρε την απόφαση να πάει να δει τον επίσκοπο. Θα καλπάζανε μέρα και νύχτα. Θα σταματούσανε μόνο για απόλυτη ανάγκη και πάντα στην ερημιά. Θα τους έπαιρνε λιγότερο από δυο μέρες. Ο βασιλιάς ήλπιζε στο τέλος αυτού του ταξιδιού να βρει τις απαντήσεις που έψαχνε…

 

*

 

Είχε μόνο μια ευκαιρία και το ήξερε. Έπρεπε να είναι σίγουρος. Έπρεπε να ολοκληρώσει την αποστολή του. Στεκότανε με την πλάτη κολλημένη στον πέτρινο τοίχο του καμπαναριού. Από στιγμή σε στιγμή η πύλη απέναντί του θα άνοιγε και εφτά καβαλάρηδες θα ξεχύνονταν στους δρόμους της πόλης. Είχε μια ευκαιρία. Έπρεπε να πετύχει… Έκλεισε τα μάτια του και αφουγκράστηκε. Πέρασαν μόλις μερικές στιγμές που του φάνηκαν αιώνες. Άκουσε σαν σε όνειρο τη βαριά πύλη να ανοίγει και ποδοβολητά αλόγων να γεμίζουν την ακοή του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε για να σημαδέψει. Ακολούθησε με το βλέμμα την πομπή. Όλοι ήταν ακριβώς ίδια ντυμένοι και φορούσανε κράνη χωρίς διακριτικά. Για μια στιγμή τα έχασε. Ξαναβρήκε την ψυχραιμία του γρήγορα και συγκεντρώθηκε. Ήταν προετοιμασμένος για αυτό. Άλλωστε ήταν ο καλύτερος. Έψαχνε τις λεπτομέρειες. Έψαχνε τις διαφορές. Η πομπή έφτασε κοντά του. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα τον προσπερνούσε. Δεν είχε άλλο χρόνο… Ξαφνικά το βλέμμα του φωτίστηκε. Σημάδεψε τον δεύτερο καβαλάρη και πάτησε την σκανδάλη. Ένα βέλος έφυγε με ταχύτητα και καρφώθηκε στον λαιμό του καβαλάρη. Εκείνος τινάχτηκε τραβώντας απότομα τα χαλινάρια του αλόγου που σηκώθηκε στα δυο του πόδια ρίχνοντας τον αναβάτη του με δύναμη στο έδαφος. Τα υπόλοιπα ζώα τρομαγμένα σταμάτησαν με τους ιππότες αλαφιασμένους και γεμάτους τρόμο να ψάχνουν με το βλέμμα τις στέγες των σπιτιών. Κάποιος ζητιάνος έδειξε την κορυφή του καμπαναριού…

 

Καθότανε πάλι με την πλάτη κόντρα στον πέτρινο τοίχο. Ανάσαινε γρήγορα. Άκουγε την οχλοβοή μόλις λίγα μέτρα κάτω από τα πόδια του. Χαμογέλασε… Είχε πετύχει τον σκοπό του. Ήταν ο καλύτερος… Περίμενε πως ο βασιλιάς θα ήταν πολύ προσεχτικός. Δεν θα μπορούσε όμως να αποχωριστεί το άλογό του… Το «Σημαδεμένο Άλογο»… Θυμόταν λέξη προς λέξη την ιστορία που του είχε πει «εκείνος»… Σε μια μάχη πριν από μερικά χρόνια ο βασιλιάς τραυματίστηκε πολύ σοβαρά. Κόντεψε να πεθάνει. Το άλογό του τον έσωσε, κουβαλώντας τον μακριά από την μάχη. Το δόρυ που τραυμάτισε τον βασιλιά είχε αφήσει ένα μεγάλο σημάδι στο κεφάλι του αλόγου του, κόβοντάς του και το ένα αυτί. Ο βασιλιάς δεν καβαλούσε ποτέ κανένα άλλο άλογο από τότε. Και αυτή η λεπτομέρεια τον πρόδωσε…

 

Βαριά βήματα ακούγονταν στις ξύλινες σκάλες… Τον είχαν βρει…

 

*

 

Οι δυο ιππότες έπεσαν με όλο το βάρος τους πάνω στην ξύλινη πόρτα. Την έσπασαν και βγήκαν στο πλάτωμα, στο ψηλότερο σημείο του καμπαναριού. Είδαν έναν ψηλό άντρα καθισμένο με την πλάτη στον τοίχο. Φορούσε ένα μαύρο μάλλινο μανδύα, με φαρδιά κουκούλα. Μια μεγάλη ουλή διέτρεχε το αριστερό του μάγουλο μέχρι το σαγόνι του. Είχε ένα στιλέτο καρφωμένο στο στήθος του… Δίπλα του ήταν ανοιχτό ένα μικρό σκάκι. Τα κομμάτια ήταν τοποθετημένα σε μια θέση παρμένη μάλλον από κάποια παρτίδα. Στο τετράγωνο δ5 υπήρχε ένα πιόνι που απειλούσε τον μαύρο βασιλιά. Ο βασιλιάς ήτανε ματ…

 

*

 

Η βασίλισσα

 

Κοίταζε το είδωλό της στον καθρέφτη. Τα μακριά, μαύρα μαλλιά της ήταν λυτά και πέφτανε στο στήθος της σαν βροχή. Τα δακρυσμένα μάτια της κρύβανε περισσότερη οργή παρά πόνο, περισσότερη περίσκεψη παρά μοιρολατρία. Ο ήλιος που ξεπρόβαλε πίσω από τα βουνά, μάταια προσπαθούσε να μπει στο δωμάτιο από τα μεγάλα παράθυρα που ήταν καλυμμένα με βαριές, σκούρες κουρτίνες. Σκούπισε τα δάκρυά της, και πήρε μια βαθιά ανάσα. Είχανε περάσει τρεις μέρες. Τρεις ολόκληρες μέρες που ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της. Μόνη της, θρηνούσε τον θάνατο του βασιλιά της. Ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Έπρεπε όμως να το ξεπεράσει. Άλλωστε αυτό ξεχωρίζει μια βασίλισσα. Η δύναμη να ξεπερνάει τις δυσκολίες. Είχε ξεπεράσει πολλές όλα αυτά τα χρόνια. Πάντα όμως ήταν δίπλα της… Τώρα ήταν μόνη της. Και αυτό που φανταζόταν ότι συνέβαινε την έκανε να τρέμει σιωπηρά, και να φοβάται, όπως δεν είχε φοβηθεί ποτέ στην ζωή της…

 

Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Τράβηξε την κουρτίνα και το φως του ήλιου πλημμύρισε το δωμάτιο. Χρειάστηκε μερικές στιγμές για να συνηθίσει το δυνατό φως. Τρεις μέρες στο σκοτάδι, ένιωθε σαν να έβγαινε από τάφο… Στάθηκε εκεί, όρθια για λίγα λεπτά. Προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Προσπαθούσε να συνδέσει τα γεγονότα, να οργανώσει τις κινήσεις της. Κινδύνευε, το ήξερε. Και όχι μόνο αυτή. Όπως καθότανε μπροστά στο παράθυρο το βλέμμα της αγκάλιασε την κοιλάδα που αντανακλούσε τα χρώματα του πρωινού. Μετά πλανήθηκε στις απόκρημνες πλαγιές των βουνών που την κρατούσαν στην αγκαλιά τους. Στο τέλος στάθηκε για ώρα σε έναν πύργο, φτιαγμένο από μαύρη πέτρα, που ορθωνόταν περήφανος και τρομακτικός σε μια χιονισμένη κορυφή, σχεδόν ένα με τον απόκρημνο βράχο. Μπορούσε να δει την λάμψη ενός κεριού που αχνόφεγγε πίσω από το παράθυρο με τα βαριά κάγκελα. Τα κερί ξαφνικά έσβησε. Το παράθυρο σκοτείνιασε. Και ήξερε πια πως δεν υπήρχε άλλη λύση…

 

*

 

Άφησε την επιστολή στο γραφείο του και έτριψε τα χέρια του ικανοποιημένος. Ένα θλιμμένο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Όλα είχανε πάει σύμφωνα με το σχέδιο. Ο αδερφός του ήταν νεκρός. Μετά από τόσα χρόνια έβλεπε πλέον το σχέδιό του να μπαίνει στην τελική ευθεία. Το σχέδιο που εκτελούσε βήμα βήμα τα τελευταία τριάντα χρόνια…

 

Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Ο ήλιος χάιδεψε απαλά το γερασμένο κορμί του. Ένιωσε μια ζεστασιά να τον πλημμυρίζει. Επιτέλους… Θα έπαιρνε αυτό που δικαιωματικά του άνηκε. Τον θρόνο… Έφερε στο μυαλό του όλα αυτά που είχαν συμβεί, όλα τα γεγονότα που τον είχανε φέρει σε αυτήν την θέση. Πως, αν και πρωτότοκος γιος του βασιλιά, έχασε τον θρόνο λόγω της αδύναμης κράσης του και ενός ατυχήματος που τον άφησε κουτσό στα δώδεκά του χρόνια. Πως αποφάσισε να ασχοληθεί με την ιεροσύνη, και να αναρριχηθεί, με τη βοήθεια -τι ειρωνεία- και του αδερφού του, μέχρι το βαθμό του επισκόπου, γιατί κατάλαβε ότι μόνο έτσι θα αποκτούσε την δύναμη που του είχανε αρνηθεί. Πως έριχνε κάθε εβδομάδα λίγες σταγόνες από ένα δηλητήριο στην μετάληψη της βασίλισσας, ώστε να την εμποδίσει να τεκνοποιήσει. Πως αποπλάνησε μια νεαρή μοναχή, που αφού έφερε στον κόσμο το παιδί του, την σκότωσε για να μην αποκαλύψει το μυστικό του. Πως πήρε υπό την προστασία του το παιδί, το σπούδασε, το εκπαίδευσε, και κατάφερε να το κάνει ιππότη του βασιλιά, κάνοντάς το να τον αγαπήσει σαν πατέρα. Πως προσπαθούσε εδώ και πολύ καιρό να φοβίσει τον βασιλιά, με διάφορες απόπειρες, επίτηδες αποτυχημένες, και πως τελικά κατάφερε, προσλαμβάνοντας τον καλύτερο εκτελεστή, να τον δολοφονήσει, την στιγμή που εκείνος δεν το περίμενε. Κι όλα αυτά τα πέτυχε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος, εκμεταλλευόμενος την θέση του και τη δύναμή του. Τώρα πια, με δεδομένο ότι ο βασιλιάς δεν είχε παιδιά, μπορούσε να διεκδικήσει τον θρόνο, όντας ο πιο κοντινός αρσενικός συγγενής του. Θα έβγαζε από την μέση κάποια στιγμή και την βασίλισσα, και μετά θα άφηνε τον θρόνο του στον γιο του, που επιτέλους θα μάθαινε την αλήθεια. Ότι γεννήθηκε για να γίνει βασιλιάς, όπως εκείνος…

 

Ναι, αυτό ήταν δικαιοσύνη…

 

*

 

Ο πύργος

 

Γεννήθηκα με την μοίρα να γίνω βασιλιάς. Μου την κλέψανε. Δεν τους κρατάω κακία. Όχι μετά από τόσα χρόνια. Αφοσιώθηκα στον Θεό. Έψαχνα μια διέξοδο, κάποιον που να μπορώ να εμπιστευτώ, κάποιον που να μπορώ να αγαπήσω. Σύντομα κατάλαβα πως μπορούσα να πάρω πίσω αυτά που μου είχανε στερήσει. Η δίψα για εκδίκηση και εξουσία με τύφλωσε. Εκμεταλλεύτηκα την αγάπη και την ηρεμία που μου χάρισε ο Θεός. Τον πρόδωσα. Ήθελα να κυνηγήσω την κλεμμένη μου μοίρα. Αμάρτησα… Η αλαζονεία με οδήγησε σε πολλά εγκλήματα. Ήλπιζα ότι στο τέλος θα κατάφερνα να  κερδίσω την ψυχή μου, ότι ο Θεός θα με αγκάλιαζε και πάλι με τη στοργή του. Θα γινόμουν βασιλιάς και θα κληρονομούσα τον θρόνο στον γιο μου, που θα κυβερνούσε την χώρα σύμφωνα με τη θέληση του Θεού. Θα πέθαινα ήσυχος, ξέροντας ότι αφήνω πίσω μου κάτι. Την τάξη στο όνομα του Θεού, και έναν βασιλιά από την γενιά μου. Από την χαμένη για τριάντα χρόνια γενιά μου…

 

Τίποτα από αυτά δεν έγινε…

 

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από εκείνη την ημέρα. Από εκείνη την ημέρα που προσπαθώ να ξεχάσω, κι όμως την θυμάμαι πιο ξεκάθαρα από κάθε άλλη…

 

Εκείνη την ημέρα που έφτασα στην πόλη για να καθίσω στον θρόνο που δικαιωματικά μου άνηκε, η βασίλισσα μου επιφύλασσε μια έκπληξη. Τον γιο της. Ένα παιδί που κανένας δεν ήξερε ότι είχε γεννηθεί. Κι όμως υπήρχε…

 

Η βασίλισσα είχε προσπαθήσει πολλές φορές να μείνει έγκυος. Όλες οι εγκυμοσύνες της κατέληγαν σε αποβολές, λόγω του δηλητηρίου που έριχνα στην μετάληψή της κάθε εβδομάδα. Ένα από τα παιδιά όμως κατάφερε να επιζήσει. Ήταν πολύ αδύναμο, καθώς γεννήθηκε πρόωρα, αλλά και παραμορφωμένο στο πρόσωπο. Ο βασιλιάς δεν μπορούσε να παρουσιάσει αυτό το παιδί για διάδοχο του θρόνου, όμως δεν μπορούσε και να το σκοτώσει. Αυτός που έκλεψε τον θρόνο από έναν ανάπηρο, ετοίμαζε για διάδοχό του ένα παραμορφωμένο πλάσμα. Το παιδί έζησε. Κλείστηκε σε έναν πύργο, μια παλιά φυλακή στην κορυφή ενός βουνού λίγο έξω από την πόλη, και μεγάλωσε εκεί. Λίγοι έμπιστοι άνθρωποι του βασιλιά ήξεραν για αυτό το παιδί. Αυτοί ανέλαβαν να το μεγαλώσουν και να το εκπαιδεύσουν ζώντας μαζί του στον πύργο. Ανέλαβαν να το ετοιμάσουν για να γίνει κάποια μέρα βασιλιάς…

 

Μετά τον θάνατο του βασιλιά, η βασίλισσα άρχισε να ερευνά τις συνθήκες του θανάτου του. Προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά όλα τα γεγονότα που είχαν οδηγήσει στην δολοφονία του. Αυτό που της κίνησε την περιέργεια ήταν το γεγονός ότι τον δολοφόνο δεν τον είχανε δει πουθενά στην πόλη. Σε καμία ταβέρνα, σε κανένα μαγαζί, πουθενά. Κανένας δεν θυμόταν να τον είδε κάπου, να μιλάει σε κάποιον, να αγοράζει κάτι. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε έρθει την ίδια μέρα στην πόλη και είχε πάει κατευθείαν στο καμπαναριό, περιμένοντας τον βασιλιά να βγει από το κάστρο. Πράγμα που σημαίνει πως ο δολοφόνος ήξερε για το μήνυμα που είχε λάβει ο βασιλιάς. Και πως ήξερε και τους λόγους για τους οποίους ο βασιλιάς θα έκανε τελικά αυτό το ταξίδι…

 

Η βασίλισσα ήταν έξυπνη. Κατέληξε εύκολα στο ποιος ευθυνόταν για τον θάνατο του βασιλιά. Όλα δείχνανε πως εγώ είχα σχεδιάσει την δολοφονία του αδερφού μου. Άλλωστε ήμουν ο μοναδικός που είχα να κερδίσω κάτι από τον θάνατό του… Και είχε έρθει η ώρα να φανερώσει σε όλους το μεγάλο μυστικό της…

 

Όταν έφτασα στο κάστρο και βρέθηκα μπροστά στην βασίλισσα και τον γιο της χλώμιασα. Ήταν κάτι που δεν περίμενα. Δεν αρνήθηκα τίποτα. Δεν είχε νόημα. Τα είχα υπολογίσει όλα. Εκτός από αυτό. Σε μια στιγμή όλα αυτά που έκανα τα τελευταία τριάντα χρόνια πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου. Όλα όσα με είχανε φέρει τόσο κοντά στο όνειρό μου. Κι όμως… Ήμουνα πλέον τόσο μακριά…

 

Ήξερα πια τη μοίρα μου. Και την δέχτηκα αγόγγυστα. Την άξιζα. Όλα αυτά τα χρόνια είχα παραβεί όλους τους νόμους των ανθρώπων και του Θεού. Και εκείνη την στιγμή κατάλαβα την πλάνη μου. Πως πίστευα άραγε ότι θα τα κατάφερνα…?

 

Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από εκείνη την ημέρα. Είκοσι χρόνια… Έζησα πολύ περισσότερο από όσο περίμενα. Έζησα αρκετά για να υποφέρω για όλα αυτά που έκανα. Τιμωρήθηκα όπως μου άξιζε. Και τώρα φυλακισμένος εδώ, στον ίδιο πύργο όπου επί χρόνια ζούσε κρυμμένος ο ανιψιός μου, εξαιτίας της παραμόρφωσης που του προκάλεσα εγώ, εγώ που έχασα τον θρόνο εξαιτίας της δικής μου αναπηρίας, της αναπηρίας που με οδήγησε σε τόσα εγκλήματα, εγκλήματα που το μόνο που κατάφεραν ήταν να με κάνουν να χάσω για δεύτερη φορά αυτό που επιθύμησα περισσότερο στη ζωή μου, εδώ μέσα λοιπόν, κάτω από τη φλόγα του κεριού, περιμένοντας τον ήλιο να ξημερώσει για μια ακόμα ατελείωτη μέρα, προσεύχομαι με όση πίστη μου έχει απομείνει, να πεθάνω σύντομα…

 

Προσεύχομαι να μου έχει μείνει ένα μικρό κομμάτι ψυχής που να αξίζει να συγχωρεθεί…